baby on a scale

Η ικανοποιητική πρόσληψη βάρους του μωρού αποτελεί ένα αντικειμενικό δείκτη καλής ανάπτυξης και υγείας του βρέφους και γεμίζει ικανοποίηση τους γονείς (και τον παιδίατρο). Αντικατοπτρίζει την κάλυψη της βασικής ανάγκης του μωρού, αυτής της διατροφής, που όταν είναι η ενδεδειγμένη βοηθά στη σωματική αύξηση, την ωρίμανση, την απόκτηση ικανοτήτων και την ψυχολογική εξέλιξή του.

Οι αποκλίσεις της αύξησης (του βάρους, μήκους και περιμέτρου κεφαλής) από τους φυσιολογικούς τύπους αποτελούν εύρημα και μερικές φορές διαγνωστικό κριτήριο κάποιων νοσημάτων αλλά δε μπορούν από μόνες τους να θέσουν συγκεκριμένη διάγνωση ορισμένων παθολογικών διαταραχών. Η παρακολούθηση της αύξησης του βρέφους, που αναφέρεται στην αύξηση του μεγέθους του σώματος, περιλαμβάνει τις μετρήσεις του βάρους, του μήκους σώματος και της περιμέτρου της κεφαλής.

Πόσο βάρος όμως πρέπει να παίρνει ένα μωρό ώστε να μεγαλώνει φυσιολογικά; Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι εύκολη και αυτό επειδή δεν υπάρχει ένας κανόνας που ακολουθούν όλα τα υγιή βρέφη.

Γι αυτό το λόγο και για την παρακολούθηση της αύξησης των βρεφών έχουν σχεδιαστεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας τα πρότυπα διαγράμματα σωματικής αύξησης. Τα διαγράμματα αυτά διαφοροποιούνται μεταξύ διαφορετικών πλυθησμών.

Η πορεία της αύξησης είναι ξεχωριστή για κάθε άτομο σε όλη τη διάρκεια της ζωής του και γι αυτό το λόγο χρειάζεται περιοδική παρακολούθηση της αύξησης ενός παιδιού ώστε να διαπιστωθεί η φυσιολογική ή όχι εξέλιξη της. Οι επαναλαμβανόμενες μετρήσεις είναι πολύ πιο χρήσιμες από τις μεμονωμένες αφού με αυτόν τον τρόπο μπορούν να διαπιστωθούν αποκλίσεις από τον τύπο αύξησης του συγκεκριμένου παιδιού ακόμη και όταν η τιμή βρίσκεται μέσα στα φυσιολογικά όρια των πρότυπων διαγραμμάτων που αναφέραμε.

Μικρές αποκλίσεις από την ατομική «καμπύλη» είναι αναμενόμενες ενώ μεγάλες εκτροπές απαιτούν συχνά διερεύνηση.

Χρήσιμη είναι και η γνώση μερικών αδρών κανόνων που ισχύουν για την αύξηση των βρεφών κατά το πρώτο έτος ζωής: Τα περισσότερα υγιή νεογνά μπορεί να χάσουν μέχρι και το 10% του βάρους γέννησης μέσα στην πρώτη εβδομάδα της ζωής τους (συνήθως τις 3-4 πρώτες μέρες) σαν αποτέλεσμα της απώλειας των πλεοναζόντων υγρών που υπήρχαν κατά την ενδομήτρια ζωή αλλά και της περιορισμένης λήψης υγρών κατά τις πρώτες μέρες της εξωμήτριας ζωής.

Η θρέψη βελτιώνεται καθώς το πύαρ (πρωτόγαλα) αντικαθίσταται από γάλα πλουσιότερο σε λιπαρά, τα βρέφη μαθαίνουν να προσκολλώνται στη θηλή και να θηλάζουν καλύτερα και οι μητέρες εξοικειώνονται περισσότερο με τις τεχνικές ταίσματος.

Το νεογνό ανακτά ή υπερβαίνει το βάρος γέννησης μέχρι τη δεύτερη εβδομάδα ζωής και κερδίζει περίπου 30 gr την ημέρα κατά το πρώτο τρίμηνο.Μεταξύ του τρίτου και τέταρτου μήνα ο ρυθμός αύξησης μειώνεται περίπου στα 20 gr την ημέρα. Ως τον τέταρτο μήνα το βάρος του βρέφους είναι διπλάσιο του βάρους γέννησης.

Μετά τον έκτο μήνα η αύξηση επιβραδύνεται περισσότερο και μέχρι τα πρώτα του γενέθλια το βρέφος έχει τριπλασιάσει το βάρος γέννησής του.

Βιβλιογραφία:

  1. Susan Feigelman, Nelson Παιδιατρική 18η Έκδοση, Τόμος 1, Μέρος Ι Αύξηση, Ανάπτυξη και Συμπεριφορά, Ο Πρώτος Χρόνος Mendor Editions S.A. 2009
  2. Stephen B. Sulkes, Nienke P. Dosa, Nelson, Βασική Παιδιατρική Κεφ. 1 Αύξηση και Ανάπτυξη- Συστάσεις Προληπτικής Παιδιατρικής, Ιατρικές Εκδόσεις Λίτσα 2004
  3. Current, Diagnosis&Treatment in Pediatrics 18th edition,2007, Child Development &Behavior, Normal Development
  4. Ygeiapaidiou-ich.gr