child on scale

Η σωματική και βιολογική ανάπτυξη και ωρίμανση του οργανισμού εξαρτώνται από ποικίλους παράγοντες οι οποίοι δρουν ανεξάρτητα αλλά και σε συνεργασία μεταξύ τους, ώστε να διαμορφώσουν τη γενετική δυναμική ανάπτυξης του παιδιού.

Η επίδραση της μητρικής διατροφής και το ενδομήτριο περιβάλλον κυρίως κατοπτρίζονται κατά τη γέννηση και τον πρώτο μήνα ζωής ενώ οι γενετικοί παράγοντες ασκούν επιρροή στο βάρος του παιδιού μεταγενέστερα. Μελέτες έχουν δείξει συσχέτιση μεταξύ αυξημένων ρυθμών αύξησης στην περίοδο μετά τη γέννηση και παχυσαρκίας αργότερα. Ενδέχεται λοιπόν οι μηχανισμοί προσαρμογής βάρους κατά τη νεογνική περίοδο να ευθύνονται σε κάποιο βαθμό για την ανάπτυξη της παχυσαρκίας.

Τα υγιή βρέφη και παιδιά αυξάνονται ακολουθώντας μια προβλέψιμη πορεία ως προς το βάρος, το ύψος και την περίμετρο του κεφαλιού. Η ανθρώπινη αύξηση γίνεται κατά ώσεις, δηλαδή, με εναλλαγές εξάρσεων και στασιμότητας στις παραμέτρους ανάπτυξης. Η ανάπτυξη του βρέφους εξαρτάται επίσης και από την εποχή του χρόνου, με υψηλό ρυθμό κατά την Άνοιξη και το Καλοκαίρι. Ο ρυθμός ανάπτυξης, δηλαδή η αλλαγή σε σχέση με τον χρόνο αποτελεί πιο ευαίσθητη ένδειξη αύξησης σε σχέση με τη μεμονωμένη μέτρηση. Τα δίδυμα εμφανίζουν αυξημένους ρυθμούς αύξησης σε σχέση με τα μονήρη νεογνά για τα πρώτα χρόνια ζωής. Σε σχέση με το βάρος, τα άνω των 2 ετών νήπια προσλαμβάνουν περίπου δύο κιλά το χρόνο έως και την εφηβεία. Κάθε παιδί που κερδίζει <1 kg ανά έτος κατά την περίοδο αυτή πρέπει να έχει στενή ιατρική παρακολούθηση για πιθανές διατροφικές ανεπάρκειες.

Η μέτρηση του ιδανικού βάρους στα παιδιά καθορίζεται με διάφορες παραμέτρους και διαφέρει από τους ενηλίκους. Οι παράμετροι αυτές διαφέρουν ανάλογα με το σκοπό της μέτρησης. Έτσι, για κλινικούς σκοπούς στην πράξη χρησιμοποιείται ο Δείκτης Μάζας Σώματος (BMI).  Αυτός είναι ο καλύτερος καθοριστής του λιπώδους ιστού. Πρόκειται για μία αναίμακτη και μη επεμβατική μέθοδο που είναι επιπλέον και η οικονομικότερη.

Εκτιμήσεις για την κατανομή του λίπους που περιλαμβάνουν αναλογία περιμέτρου μέσης και γοφών καθώς και περίμετρο μέσης, είναι προτιμότερες στους ενήλικες.

Άμεσοι τρόποι μέτρησης σύστασης σώματος περιλαμβάνουν ανθρωπομετρικές μεθόδους, πληθυσμογραφία και την ακτινολογική μέθοδο DXA( dual-energy x-ray absorptiometry).

O καθορισμός του ιδανικού βάρους είναι εξατομικευμένος για κάθε παιδί. Στον υπολογισμό του, συνεκτιμώνται παράγοντες σωματοδομής, κληρονομικότητας και ιστορικού. Σε αυτό βοηθούν οι καμπύλες ανάπτυξης του Π.Ο.Υ., πάντα σε σχέση με προσωπικά χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, η τακτική  παιδιατρική εκτίμηση και διαιτολογική παρέμβαση από εξειδικευμένο άτομο, όπου χρειαστεί, καθορίζουν εάν ένα παιδί είναι υπέρβαρο ή λιποβαρές και πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Touwslager RN, Gielen M, Derom C, et al. Determinants of infant growth in four age windows: a twin study. J Pediatr 2011; 158:566.
  2. HEALY MJ, LOCKHART RD, MACKENZIE JD, et al. Aberdeen growth study. I. The prediction of adult body measurements from measurements taken each year from birth to 5 years. Arch Dis Child 1956; 31:372.
  3. Tanner JM. Fetus into Man: Physical Growth from Conception to Maturity, Harvard University Press, Cambridge 1989.
  4. Ong KK, Ahmed ML, Emmett PM, et al. Association between postnatal catch-up growth and obesity in childhood: prospective cohort study. BMJ 2000; 320:967.
  5. Adair LS. Size at birth predicts age at menarche. Pediatrics 2001; 107:E59.