picky eater

«Το παιδί μου δεν τρώει τίποτα» είναι μια έκφραση που συχνά ακούγεται από τους γονείς για να περιγράψουν έναν μονοφαγικό μικρό μας φίλο ο οποίος συνήθως στηρίζει τη διατροφή του σε ελάχιστα τρόφιμα, όπως για παράδειγμα αποκλειστικά ζυμαρικά, πατάτες και κοτομπουκιές.

Αυτή η τόσο εύστοχη έκφραση των γονιών αναφέρεται σε μια κατάσταση γνωστή με τον όρο picky eating ή επιλεκτικός καταναλωτής. Ο όρος picky eating ανήκει σε ένα φάσμα διατροφικών δυσκολιών κυρίως της βρεφικής, νηπιακής και παιδικής ηλικίας χωρίς όμως να χαρακτηρίζει αποκλειστικά αυτές τις ηλικιακές περιόδους και συνήθως πρόκειται για μια νεοφοβία ως προς τις τροφές. Λόγω της αυξημένης ανομοιογένειας στη διάγνωση αλλά και τον ορισμό του, τα ποσοστά εμφάνισης του picky eating ποικίλουν από 5.6% στην Ολλανδία σε ηλικίες 4 ετών έως και 50% στις ΗΠΑ σε ηλικίες 2 ετών. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι μια στρεσογόνος  κατάσταση κατά την οποία οι διατροφικές επιλογές του παιδιού συρρικνώνονται σε τέτοιο βαθμό που γεννάται η ανησυχία ότι το παιδί δεν σιτίζεται επαρκώς με όποια συνέπεια μπορεί να έχει αυτό για τη συνολική του υγεία όπως η ελλιπής αύξηση ύψους και η απορύθμιση του βάρους του. Αυτό όμως που φαίνεται ότι κάνει το picky eating δυσκολότερο είναι το στρες στο οποίο υποβάλλεται ολόκληρη η οικογένεια, καθώς υπάρχει έντονη διαμάχη την ώρα των γευμάτων, απογοήτευση και φόβος ότι μπορεί να συμβεί κάτι κακό στην υγεία του παιδιού.  Ένας picky eater μπορεί να απορρίπτει πεισματικά ολόκληρες ομάδες τροφών π.χ. λαχανικά, φρούτα, ψάρια ή να αποκλείει μεμονωμένα τροφές και μόνο από την εικόνα, την υφή και την οσμή τους, κάτι που έχει να κάνει και με αισθητηριακές απέχθειες.

Στο ερώτημα αν και κατά πόσο υπονομεύεται η διατροφική επάρκεια ενός picky eater έρχονται να απαντήσουν αρκετές μελέτες, βάσει των οποίων γνωρίζουμε ότι οι picky eaters από 1 έως 3 ετών καλύπτουν τις ημερήσιες ανάγκες τους σε πρωτεΐνες αλλά φαίνεται ότι έχουν περιορισμένη πρόσληψη συγκεκριμένων βιταμινών και ιχνοστοιχείων με πιο χαρακτηριστικά τον σίδηρο, τον ψευδάργυρο, το φυλλικό οξύ και τις βιταμίνες C, E, B6 και Β1.

Φυσικά, οι γονείς θα πρέπει να έχετε κατά νου ότι οι περισσότερες μελέτες που αφορούν παιδιά και ιδιαίτερα τόσο μικρές ηλικίες βασίζονται σε δεδομένα αναφοράς και όχι σε απευθείας μετρήσεις από δείγματα αίματος των παιδιών. Εδώ αξίζει να προσθέσουμε ότι η θέση τη βιβλιογραφίας σχετικά με την ανάπτυξη-αύξηση των παιδιών που είναι ή έχουν υπάρξει picky eaters δεν είναι ξεκάθαρη. Με άλλα λόγια ένας picky eater δεν σημαίνει ότι απαραίτητα δεν θα ψηλώσει επαρκώς ή ότι θα γίνει υπέρβαρος-παχύσαρκος ή σοβαρά λιποβαρής. Χρειάζεται επίσης να λαμβάνεται υπόψη ότι δεν υπάρχει ακόμα καθαρός ορισμός αλλά και κλινική σφραγίδα με την οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ένα παιδί picky eater πράγμα το οποίο περιπλέκει αρκετά και τα αποτελέσματα των περισσότερων σχετικών μελετών.

Επειδή αναμφίβολα όμως ο στόχος είναι η διαφύλαξη της υγείας του παιδιού, κάθε γονέας που αντιμετωπίζει ένα δύσκολο στη τροφή παιδί οφείλει να το αξιολογήσει σωστά με τη βοήθεια ενός κλινικού διαιτολόγου αλλά πιθανώς και με μία ομάδα ειδικών. Στην πράξη, πρώτα χρειάζεται να ξεκαθαριστεί η αιτία του picky eating και να αποκλειστούν οργανικές αιτίες, όπως δυσκολία στην κατάποση, αλλεργίες, ανατομική δυσλειτουργία της στοματικής κοιλότητας ή διαταραχές του πεπτικού συστήματος και συμπεριφορικές αιτίες όπως διακοπή σίτισης μετά από κάποιο τραυματικό γεγονός, ο διαταραγμένος ύπνος ή ο παρατεταμένος χρόνος γεύματος.

Από την πλευρά τους, οι γονείς χρειάζεται να κατανοήσουν ότι πρόκειται για μια συμπεριφοριστική διατροφική παρέμβαση η οποία απαιτεί χρόνο και υπομονή. Τα πιο χρήσιμα tips που μπορεί να βοηθήσουν είναι η  μη άσκηση πίεσης στα γεύματα και ιδιαίτερα στις πολύ μικρές ηλικίες, η απρόσκοπτη μαγειρική και ας μην καταναλωθεί η τροφή, η συμμετοχή των παιδιών τόσο στη μαγειρική όσο και στα ψώνια των πρώτων υλών, η δημιουργική μαγειρική, η οριοθέτηση των γευμάτων και η σταθερή ρουτίνα των γευμάτων ημερησίως, η αποφυγή της κατά παραγγελίας μαγειρικής ως εναλλακτική λύση γεύματος, η μείωση των υπερβολικών εξωτερικών ερεθισμάτων κατά τη διάρκεια του γεύματος (tablet, smartphones) και ποτέ μα ποτέ η χρήση του επιδόρπιου ως επιβράβευση. Σε όλη αυτή τη χρονοβόρα διαδικασία,  οφείλουμε να κρίνουμε με τον κανόνα «το μη χείρον βέλτιστον». Δηλαδή, αν βάσει της παιδιατρικής παρακολούθησης και αξιολόγησης επιβεβαιώνεται ότι η αύξηση και η ανάπτυξη του παιδιού είναι φυσιολογική ή εντός της αναμενόμενης, τότε απλά περιμένουμε, δεν πιέζουμε και βελτιώνουμε την προσπάθεια.

 

Βιβλιογραφία

  1. Taylor CM, Wernimont SM, Northstone K, Emmett PM. Picky/fussy eating in children: Review of definitions, assessment, prevalence and dietary intakes. Appetite. 2015;95:349-59. doi: 10.1016/j.appet.2015.07.026. Epub 2015 Jul 29. PMID: 26232139.
  2. Samuel TM, Musa-Veloso K, Ho M, Venditti C, Shahkhalili-Dulloo Y. A Narrative Review of Childhood Picky Eating and Its Relationship to Food Intakes, Nutritional Status, and Growth. Nutrients. 2018;10(12):1992. doi:10.3390/nu10121992
  3. Wolstenholme H, Kelly C, Hennessy M, Heary C. Childhood fussy/picky eating behaviours: a systematic review and synthesis of qualitative studies. Int J Behav Nutr Phys Act. 2020;17(1):2. doi:10.1186/s12966-019-0899-x
  4. https://www.chop.edu/news/dos-and-donts-feeding-picky-eaters last assessed 9.10.2020