keto diet

Η κετογονική δίαιτα ή αλλιώς πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες διατροφή έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τον 19ο αιώνα εφαρμόστηκε εκτενώς στη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η συγκεκριμένη διατροφή είναι ενδεδειγμένη διατροφική θεραπεία για αυτήν τη νόσο.  Μεταγενέστερα, το 1920, χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στη θεραπεία της επιληψίας και κατόπιν εφαρμόστηκε ερευνητικά στην αντιμετώπιση του μεταβολικού συνδρόμου, του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών και της νόσου Alzheimer. Η δεκαετία του ‘70 αποτέλεσε βασική περίοδο όπου οι χαμηλές σε υδατάνθρακες διατροφικές παρεμβάσεις βρήκαν χρήση στην απώλεια βάρους με πιο γνωστή τη δίαιτα Atkins.

Στόχος της κετογονικής δίαιτας είναι να αναγκαστεί το σώμα να στηρίξει τις ενεργειακές του ανάγκες στα λιπαρά και όχι στη γλυκόζη η οποία αποτελεί το βασικό καύσιμο του ανθρώπινου κυττάρου. Για να γίνει πιο κατανοητό, αρκεί να γνωρίζουμε ότι όλες οι τροφές που τρώμε οι οποίες αποτελούνται από υδατάνθρακες δηλαδή όλα τα λαχανικά, τα φρούτα και τα σιτηρά τελικά θα μεταβολιστούν σε γλυκόζη γνωστή ως σάκχαρο του αίματος. Κατά την κετογονική δίαιτα, η υπερβολικά χαμηλή πρόσληψη σε υδατάνθρακες η οποία πρακτικά σημαίνει λιγότερο από 50g υδατανθράκων ημερησίως, δηλαδή σχεδόν ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης,  θα αναγκάσει το σώμα να χρησιμοποιήσει το λίπος ως βασική πηγή ενέργειας. Αυτή η μεταβολική διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή κάποιων παραπροϊόντων τα οποία ονομάζονται κετόνες, εξού και το όνομα  κετογονική. Ο μηχανισμός πίσω από την κετογονική δίαιτα φαίνεται να είναι αυτός της ινσουλίνης, της βασικής ορμόνης ρυθμιστή του σακχάρου του αίματος αλλά και της λιπώδους αποθήκευσης. Η επαρκέστερη ρύθμιση των εκκρίσεων της ινσουλίνης συνεπάγεται ομαλότερα επίπεδά της στο αίμα με αποτέλεσμα να προωθείται η απώλεια βάρους και να μην προάγεται η λιπογένεση. Όντως η ινσουλίνη ανταποκρίνεται κυρίως στην παρουσία υδατάνθρακα στα γεύματα μας το οποίο σημαίνει ότι ένα γεύμα πυκνό σε υδατάνθρακες θα προκαλέσει και μια αυξημένη έκκριση ινσουλίνης η οποία συνήθως θα συνοδευτεί και από την ανάλογη παραγωγή και αποθήκευση λίπους. Λαμβάνοντας υπόψη μας αυτή τη σχέση ινσουλίνης-υδατάνθρακα μπορούμε να φανταστούμε τον λόγο για τον οποίο η κετογονική δίαιτα περιορίζεται σε 20-50g υδατανθράκων ημερησίως ενώ οι υπόλοιπες θρεπτικές ανάγκες καλύπτονται κυρίως από λίπος και κατά ένα μικρότερο ποσοστό από πρωτεΐνες.

Η βασική διαφορά των υπόλοιπων χαμηλών σε υδατάνθρακες διατροφικών παρεμβάσεων και της κετογονικής δίαιτας έγκειται στο γεγονός ότι στην κετογονική δίαιτα το κενό των υδατανθράκων αντικαθίσταται με λίπος. Με απλά λόγια, όταν κάποιος θέλει να ακολουθήσει μια κετογονική δίαιτα θα στηρίξει την ημερήσια διατροφή του σε τροφές όπως το ελαιόλαδο, οι ελιές, το avocado, το ταχίνι, το φιστικοβούτυρο, οι ξηροί  καρποί, τα αβγά, ορισμένα αλλαντικά και τα λιπαρά ψάρια. Ενώ, όσο και αν φαίνεται περίεργο, θα χρειαστεί να αποφύγει μια πληθώρα πυκνά θρεπτικών τροφών όπως τα φρούτα, τα αμυλώδη λαχανικά, τα ολικής σιτηρά, ακόμα και τα όσπρια καθώς αποτελούν πυκνή πηγή υδατανθράκων. Εστιάζοντας στην απώλεια βάρους η επιστημονική βιβλιογραφία είναι ξεκάθαρη σε ό,τι αφορά τη θετική επίδραση της κετογονικής δίαιτας. Ανεξαρτήτως του μηχανισμού με τον οποίο προωθείται η απώλεια βάρους ο οποίος παραμένει αμφιλεγόμενος, η τελική εικόνα φαίνεται να συνδέεται για ακόμη μία φορά με τον περιορισμό των συνολικών προσλαμβανόμενων θερμίδων ανά ημέρα σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη κατανάλωση λίπους και πρωτεϊνών οι οποίες φαίνεται να αυξάνουν τις σχετικές και με τον κορεσμό ορμόνες γνωστές ως λεπτίνη και γκρελίνη καθώς επίσης και με το ενεργειακό “by pass” στο οποίο αναγκάζεται να προβεί το σώμα ώστε να μετατρέψει το μοναδικό βιοκαύσιμο που του παρέχεται, δηλαδή τις πρωτεΐνες και τα λιπαρά, σε υδατάνθρακες.

Έχοντας κατά νου ότι οι υδατάνθρακες αποτελούν εξ ορισμού τη βασική πηγή ενέργειας, γεννάται το ερώτημα ποιες μπορεί να είναι οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις της κετογονικής δίαιτας στην υγεία αλλά και ποια η βιωσιμότητά της. Εν συντομία, οι παρατεταμένη προσκόλληση σε μια κετογονική δίαιτα έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νεφρολιθίασης και της ουρικής αρθρίτιδας, γνωστή ως ποδάγρα. Αλλά αυτές οι πιθανές παρενέργειες φαντάζουν απόμακρες όταν συγκρίνονται με τα ποσοστά βιωσιμότητάς της.  Από ό,τι φαίνεται, ο τελικός κριτής της επίδρασης της κετογονικής δίαιτας στην απώλεια βάρους είναι η ικανότητα διατήρησης μιας τόσο χαμηλής σε υδατάνθρακα διατροφής για μεγάλα χρονικά διαστήματα κάτι το οποίο δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί επαρκώς από μεγάλες προοπτικές μελέτες. Επιπλέον, μια διατροφή τόσο περιοριστική σε φρούτα, λαχανικά αλλά και σιτηρά κάθε προελεύσεως μπορεί να γίνει γευστικά βαρετή με αποτέλεσμα να υπάρχει σταδιακή μείωση της συμμόρφωσης και άναρχη επανένταξη των υδατανθράκων, καθώς και ουσιαστικές διατροφικές ελλείψεις.

Τέλος, αν το δούμε υπό το φάσμα της μακρόχρονης διατροφικής παρέμβασης, μια δια βίου χαμηλή σε υδατάνθρακα διατροφή, για να μπορεί να εφαρμοστεί με ασφάλεια, προϋποθέτει συχνή διατροφική παρακολούθηση, περιοδική αξιολόγηση του κάρδιο-μεταβολικού κινδύνου, τακτική αξιολόγηση και προσαρμογή της εκάστοτε φαρμακευτικής αγωγής αλλά και επαρκή εισαγωγή συγκεριμένης ποσότητας μη επεξεργασμένων υδατανθράκων στην κατάλληλη χρονική περίοδο.

Δείτε & κάτι άλλο που μπορεί να σας ενδιαφέρει!

daughter giving mom gift for mom's day

Η κετογονική δίαιτα ή αλλιώς πολύ χαμηλή σε υδατάνθρακες διατροφή έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αξίζει να αναφερθεί ότι κατά τον 19ο αιώνα εφαρμόστηκε εκτενώς στη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η συγκεκριμένη διατροφή είναι ενδεδειγμένη διατροφική θεραπεία για αυτήν τη νόσο.  Μεταγενέστερα, το 1920, χρησιμοποιήθηκε εκτενώς στη θεραπεία της επιληψίας και κατόπιν εφαρμόστηκε ερευνητικά στην αντιμετώπιση του μεταβολικού συνδρόμου, του συνδρόμου των πολυκυστικών ωοθηκών και της νόσου Alzheimer. Η δεκαετία του ‘70 αποτέλεσε βασική περίοδο όπου οι χαμηλές σε υδατάνθρακες διατροφικές παρεμβάσεις βρήκαν χρήση στην απώλεια βάρους με πιο γνωστή τη δίαιτα Atkins.

Στόχος της κετογονικής δίαιτας είναι να αναγκαστεί το σώμα να στηρίξει τις ενεργειακές του ανάγκες στα λιπαρά και όχι στη γλυκόζη η οποία αποτελεί το βασικό καύσιμο του ανθρώπινου κυττάρου. Για να γίνει πιο κατανοητό, αρκεί να γνωρίζουμε ότι όλες οι τροφές που τρώμε οι οποίες αποτελούνται από υδατάνθρακες δηλαδή όλα τα λαχανικά, τα φρούτα και τα σιτηρά τελικά θα μεταβολιστούν σε γλυκόζη γνωστή ως σάκχαρο του αίματος. Κατά την κετογονική δίαιτα, η υπερβολικά χαμηλή πρόσληψη σε υδατάνθρακες η οποία πρακτικά σημαίνει λιγότερο από 50g υδατανθράκων ημερησίως, δηλαδή σχεδόν ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης,  θα αναγκάσει το σώμα να χρησιμοποιήσει το λίπος ως βασική πηγή ενέργειας. Αυτή η μεταβολική διαδικασία έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή κάποιων παραπροϊόντων τα οποία ονομάζονται κετόνες, εξού και το όνομα  κετογονική. Ο μηχανισμός πίσω από την κετογονική δίαιτα φαίνεται να είναι αυτός της ινσουλίνης, της βασικής ορμόνης ρυθμιστή του σακχάρου του αίματος αλλά και της λιπώδους αποθήκευσης. Η επαρκέστερη ρύθμιση των εκκρίσεων της ινσουλίνης συνεπάγεται ομαλότερα επίπεδά της στο αίμα με αποτέλεσμα να προωθείται η απώλεια βάρους και να μην προάγεται η λιπογένεση. Όντως η ινσουλίνη ανταποκρίνεται κυρίως στην παρουσία υδατάνθρακα στα γεύματα μας το οποίο σημαίνει ότι ένα γεύμα πυκνό σε υδατάνθρακες θα προκαλέσει και μια αυξημένη έκκριση ινσουλίνης η οποία συνήθως θα συνοδευτεί και από την ανάλογη παραγωγή και αποθήκευση λίπους. Λαμβάνοντας υπόψη μας αυτή τη σχέση ινσουλίνης-υδατάνθρακα μπορούμε να φανταστούμε τον λόγο για τον οποίο η κετογονική δίαιτα περιορίζεται σε 20-50g υδατανθράκων ημερησίως ενώ οι υπόλοιπες θρεπτικές ανάγκες καλύπτονται κυρίως από λίπος και κατά ένα μικρότερο ποσοστό από πρωτεΐνες.

Η βασική διαφορά των υπόλοιπων χαμηλών σε υδατάνθρακες διατροφικών παρεμβάσεων και της κετογονικής δίαιτας έγκειται στο γεγονός ότι στην κετογονική δίαιτα το κενό των υδατανθράκων αντικαθίσταται με λίπος. Με απλά λόγια, όταν κάποιος θέλει να ακολουθήσει μια κετογονική δίαιτα θα στηρίξει την ημερήσια διατροφή του σε τροφές όπως το ελαιόλαδο, οι ελιές, το avocado, το ταχίνι, το φιστικοβούτυρο, οι ξηροί  καρποί, τα αβγά, ορισμένα αλλαντικά και τα λιπαρά ψάρια. Ενώ, όσο και αν φαίνεται περίεργο, θα χρειαστεί να αποφύγει μια πληθώρα πυκνά θρεπτικών τροφών όπως τα φρούτα, τα αμυλώδη λαχανικά, τα ολικής σιτηρά, ακόμα και τα όσπρια καθώς αποτελούν πυκνή πηγή υδατανθράκων. Εστιάζοντας στην απώλεια βάρους η επιστημονική βιβλιογραφία είναι ξεκάθαρη σε ό,τι αφορά τη θετική επίδραση της κετογονικής δίαιτας. Ανεξαρτήτως του μηχανισμού με τον οποίο προωθείται η απώλεια βάρους ο οποίος παραμένει αμφιλεγόμενος, η τελική εικόνα φαίνεται να συνδέεται για ακόμη μία φορά με τον περιορισμό των συνολικών προσλαμβανόμενων θερμίδων ανά ημέρα σε συνδυασμό με την μεγαλύτερη κατανάλωση λίπους και πρωτεϊνών οι οποίες φαίνεται να αυξάνουν τις σχετικές και με τον κορεσμό ορμόνες γνωστές ως λεπτίνη και γκρελίνη καθώς επίσης και με το ενεργειακό “by pass” στο οποίο αναγκάζεται να προβεί το σώμα ώστε να μετατρέψει το μοναδικό βιοκαύσιμο που του παρέχεται, δηλαδή τις πρωτεΐνες και τα λιπαρά, σε υδατάνθρακες.

Έχοντας κατά νου ότι οι υδατάνθρακες αποτελούν εξ ορισμού τη βασική πηγή ενέργειας, γεννάται το ερώτημα ποιες μπορεί να είναι οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις της κετογονικής δίαιτας στην υγεία αλλά και ποια η βιωσιμότητά της. Εν συντομία, οι παρατεταμένη προσκόλληση σε μια κετογονική δίαιτα έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νεφρολιθίασης και της ουρικής αρθρίτιδας, γνωστή ως ποδάγρα. Αλλά αυτές οι πιθανές παρενέργειες φαντάζουν απόμακρες όταν συγκρίνονται με τα ποσοστά βιωσιμότητάς της.  Από ό,τι φαίνεται, ο τελικός κριτής της επίδρασης της κετογονικής δίαιτας στην απώλεια βάρους είναι η ικανότητα διατήρησης μιας τόσο χαμηλής σε υδατάνθρακα διατροφής για μεγάλα χρονικά διαστήματα κάτι το οποίο δεν έχει ακόμα αξιολογηθεί επαρκώς από μεγάλες προοπτικές μελέτες. Επιπλέον, μια διατροφή τόσο περιοριστική σε φρούτα, λαχανικά αλλά και σιτηρά κάθε προελεύσεως μπορεί να γίνει γευστικά βαρετή με αποτέλεσμα να υπάρχει σταδιακή μείωση της συμμόρφωσης και άναρχη επανένταξη των υδατανθράκων, καθώς και ουσιαστικές διατροφικές ελλείψεις.

Τέλος, αν το δούμε υπό το φάσμα της μακρόχρονης διατροφικής παρέμβασης, μια δια βίου χαμηλή σε υδατάνθρακα διατροφή, για να μπορεί να εφαρμοστεί με ασφάλεια, προϋποθέτει συχνή διατροφική παρακολούθηση, περιοδική αξιολόγηση του κάρδιο-μεταβολικού κινδύνου, τακτική αξιολόγηση και προσαρμογή της εκάστοτε φαρμακευτικής αγωγής αλλά και επαρκή εισαγωγή συγκεριμένης ποσότητας μη επεξεργασμένων υδατανθράκων στην κατάλληλη χρονική περίοδο.

Βιβλιογραφία

  1.  Ketogenic diet: old treatment, new beginning. Kim JM. Clin Neurophysiol Pract. 2017;2:161–162
  2. Batch JT, Lamsal SP, Adkins M, Sultan S, Ramirez MN. Advantages and Disadvantages of the Ketogenic Diet: A Review Article. Cureus. 2020;12(8):e9639. doi:10.7759/cureus.9639
  3. Yuan X, Wang J, Yang S. et al. Effect of the ketogenic diet on glycemic control, insulin resistance, and lipid metabolism in patients with T2DM: a systematic review and meta-analysis. Nutr. 2020;30;10(1):38. doi: 10.1038/s41387-020-00142-z
  4.  Ketogenic diet: old treatment, new beginning. Kim JM. Clin Neurophysiol Pract. 2017;2:161–162
  5. Batch JT, Lamsal SP, Adkins M, Sultan S, Ramirez MN. Advantages and Disadvantages of the Ketogenic Diet: A Review Article. Cureus. 2020;12(8):e9639. doi:10.7759/cureus.9639
  6. Yuan X, Wang J, Yang S. et al. Effect of the ketogenic diet on glycemic control, insulin resistance, and lipid metabolism in patients with T2DM: a systematic review and meta-analysis. Nutr. 2020;30;10(1):38. doi: 10.1038/s41387-020-00142-z