chubby kid

Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά δεδομένα της τελευταίας δεκαετίας υπολογίζεται ότι ένα στα πέντε παιδιά είναι υπέρβαρο ή παχύσαρκο και αυτό αντανακλάται στον απόλυτο αριθμό παχύσαρκων παιδιών τα οποία ανέρχονται στα 124 εκατομμύρια παγκοσμίως. Πλέον γνωρίζουμε ότι η παιδική παχυσαρκία αποτελεί παράγοντα κινδύνου για διαταραχές της φυσιολογικής εξέλιξης της ήβης, της εμμήνου ρήσεως, της εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου στην παιδική και εφηβική ηλικία.

Η σταθερά ανοδική τάση της παιδικής παχυσαρκίας βασίζεται κατά έναν τρόπο και στον πολύπλοκο χαρακτήρα της. Σε μια απλουστευμένη εκδοχή της, η παχυσαρκία είναι το αποτέλεσμα συσσώρευσης της περίσσειας ενέργειας δηλαδή θερμίδων σε συνδυασμό με την μειωμένη κατανάλωσή τους, δηλαδή τη χαμηλή φυσική δραστηριότητα. Παρόλα αυτά, η αυξανόμενη δυσκολία αναχαίτισής της, ομολογεί ότι πρόκειται για μια κατάσταση με πολυπαραγοντική βάση όπου συνεπιδρούν παράγοντες γενετικοί, αναπτυξιολογικοί, περιβαλλοντικοί, συμπεριφορικοί και βιολογικοί. Ως περιβαλλοντικοί παράγοντες ορίζονται η διατροφή, η άσκηση και η έκθεση σε χημικές ουσίες. Εστιάζοντας στη διατροφή, χρειάζεται, αρχικά, να γνωρίζουμε ότι αποτελεί έναν παράγοντα ο οποίος επιδρά σε όλα τα στάδια της ανθρώπινης ζωής από την ενδομήτριο, τη βρεφική αλλά και την παιδική ηλικία και μεταβάλλει σημαντικά την εξέλιξη του σωματικού βάρους.

Κατά την ενδομήτριο ζωή, ο υπερσιτισμός ή ο υποσιτισμός της μητέρας δημιουργεί συνθήκες οι οποίες μεταβάλλουν προσαρμοστικούς μηχανισμούς του εμβρύου οι οποίοι με τη σειρά τους προδιαθέτουν το παιδί στην παχυσαρκία και τις κάρδιομεταβολικές της επιπτώσεις. Κατά τη βρεφική ηλικία, η ταχύτητα του ρυθμού αύξησης η οποία επηρεάζεται από την επιλογή της μεθόδου σίτισης έχει επίσης συσχετιστεί με την παχυσαρκία στα επόμενα χρόνια της ζωής. Όσο αδιαμφισβήτητα προστατευτική και αν είναι η επίδραση του μητρικού θηλασμού στην συνολική υγεία του βρέφους αλλά και στην εξέλιξη του σωματικού βάρους, οι διατροφικές επιλογές ακόμη και κατά την περίοδο εισαγωγής των στερεών τροφών μπορούν να μεταβάλλουν σημαντικά τις συνθήκες αύξησης του σώματος του βρέφους.

Η διατροφή εμπλέκεται στην παιδική παχυσαρκία τόσο αναπτυξιολογικά όσο και περιβαλλοντικά. Οι διατροφικές συμπεριφορές εξελίσσονται από τα πρώτα χρόνια της ζωής. Τα νήπια και τα παιδιά μαθαίνουν να τρώνε μέσα από την άμεση επαφή τους με την τροφή και από την παρατήρηση των υπόλοιπων (συνομήλικων, γονέων) να τρώνε. Κατά τη βρεφική ηλικία, η τροφή επισφραγίζει το αίσθημα ασφάλειας. Μετέπειτα, κατά τη νηπιακή ηλικία η ταχεία γνωσιακή εξέλιξη ορίζει ακόμη περισσότερο τις διατροφικές επιλογές. Σε εκείνη τη φάση, πιεστικές συμπεριφορές αναγκαστικής σίτισης ή ύπερ-περιορισμού μπορούν να μεταβάλλουν σημαντικά την ικανότητα αυτοελέγχου του παιδιού σε σχέση με την ποσότητα τροφής και τις διατροφικές επιλογές στην παιδική του ηλικία.

Η διατροφή ως περιβάλλον έχει αλλάξει ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες με βασικό χαρακτηριστικό την εύκολη πρόσβαση σε πυκνά ενεργειακές τροφές χαμηλής θρεπτικής αξίας. Η επιλογή των γευμάτων για ένα παιδί που έχει τα δικά του χρήματα να ξοδέψει θα γίνει με κριτήριο τη γευστικότητα του γεύματος και του κόστους. Ενώ όσο και αν γίνεται προσπάθεια εξυγίανσης των σχολικών γευμάτων φαίνεται ότι η ποσότητα τροφής  εξακολουθεί να ορίζει το τελικό αποτέλεσμα. Σε μια προσπάθεια προσδιορισμού του ρόλου της διατροφής στην παιδική παχυσαρκία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος διατροφικοί παράγοντες κινδύνου οι οποίοι ορίζονται ως θρεπτικά στοιχεία, τροφές, μοτίβα κατανάλωσης και διατροφικές συνήθειες.

Δείτε & κάτι άλλο που μπορεί να σας ενδιαφέρει!

Πιο συγκεκριμένα, διατροφικοί παράγοντες κινδύνου που προάγουν την παιδική παχυσαρκία σε επίπεδο θρεπτικών στοιχείων είναι η υπερκατανάλωση ενέργειας, κορεσμένων λιπαρών και πρωτεϊνών ζωικής προέλευσης. Σε επίπεδο τροφών αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη πρόσληψη υπέρ-επεξεργασμένων τροφών χαμηλής θρεπτικής αξίας, πλούσιων σε αλάτι, επεξεργασμένα τρανς λιπαρά  και σάκχαρα οι οποίες χαρακτηρίζουν αυτό, που εδώ και χρόνια είναι γνωστό, ως Δυτικού τύπου δίαιτα. Σε αυτό, αν προστεθούν και συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες όπως απουσία πρωινού γεύματος, έλλειψη οργανωμένου γευματικού μοτίβου και άναρχο snacking, δημιουργείται ένα μίγμα διατροφικών παραγόντων κινδύνου που προάγουν την παιδική παχυσαρκία.

Σε ένα μωσαϊκό διατροφικών παραγόντων, είναι ανεπιτυχές να απομονώνουμε βιταμίνες ή μαγικές τροφές στις οποίες εναποθέτουμε τις ελπίδες μας προς τη διαχείριση της παιδικής παχυσαρκίας. Αδιαμφισβήτητα, μια διατροφή πυκνή σε θρεπτικά στοιχεία όπως βιταμίνες D, C, σύμπλεγμα Β, σίδηρο, φυλλικό οξύ, ασβέστιο και φυτικές ίνες, είναι απαραίτητη για τη φυσιολογική αύξηση του παιδιού. Ωστόσο, όταν πρόκειται για την αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας, τα θρεπτικά στοιχεία πρέπει να προκύπτουν από μια ισορροπημένη διατροφή, με αναλογική σύσταση σε ενέργεια, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες και λιπαρά.

Η διατροφή αυτή χρειάζεται να είναι πλούσια σε πυκνά θρεπτικές τροφές όπως τρόφιμα ελάχιστα επεξεργασμένα με υψηλή συγκέντρωση σε φυτικές ίνες, ιχνοστοιχεία, μέταλλα, βιταμίνες, σύμπλοκους υδατάνθρακες και καλά λιπαρά. Τέτοια τρόφιμα είναι όλα τα λαχανικά, τα φρούτα, τα ολικής σιτηρά, τα όσπρια, το νωπό κρέας, το ψάρι, τα αυγά, το γάλα, το ελαιόλαδο και οι καρποί. Φυσικά όλες αυτές οι τροφές χρειάζεται να καταναλώνονται σε ένα πλαίσιο οργανωμένων γευμάτων, με οριοθετημένα χρονικά και ποσοτικά γεύματα.

Η παιδική παχυσαρκία και η διατροφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τέτοιο τρόπο όπου η διατροφή λειτουργεί ως ρυθμιστής βαθύτερων λειτουργιών του ανθρώπινου σώματος υπεύθυνων για την ομοιόσταση του σωματικού βάρους. Η διατροφή μπορεί να κατέχει τον κύριο θρεπτικό ρόλο αλλά διεγείρει φαινόμενα ορμονικής ρύθμισης όπως τη διέγερση της ινσουλίνης, συγκεκριμένων πεπτιδίων κορεσμού και πείνας αλλά και παραγωγή της σεροτονίνης κατά ένα ποσοστό. Επομένως, όταν αναζητάμε τη λύση της παιδικής παχυσαρκίας στη διατροφή χρειάζεται να θυμόμαστε ότι οδηγίες όπως η καθημερινή κατανάλωση λαχανικών, ελάχιστα επεξεργασμένων τροφών, η περιορισμένη πρόσληψη απλών σακχάρων, η ποσοτική αναλογία θρεπτικών στοιχείων, τα οργανωμένα χρονικά γεύματα σημαίνουν πολλά περισσότερο από θερμιδικό περιορισμό με μια γενναία δόση βιταμινών.

  1. Kim J, Lim H. Nutritional Management in Childhood Obesity. J Obes Metab Syndr. 2019;28(4):225-235. doi:10.7570/jomes.2019.28.4.225
  2. Kansra AR, Lakkunarajah S and Jay MS. Childhood and Adolescent Obesity: A Review. Front. Pediatr. 2021;8:581461. doi: 10.3389/fped.2020.581461