confused baby

Γεννιόμαστε έτοιμοι να συνδεθούμε και να επικοινωνήσουμε με τους άλλους. Ο τρόπος με τον οποίο ανατραφήκαμε από τους γονείς μας έχει μακροπρόθεσμα και συνεχή αποτελέσματα στη ζωή μας. Οι επιδράσεις της πρώιμης ζωής μπορούν να προκαλέσουν μια σειρά αλλαγών γενετικά, γνωστικά, κοινωνικά και σωματικά οι οποίες μπορούν να έχουν θετικές ή αρνητικές συνέπειες σε όλη την ενήλικη ζωή μας.

Μελέτες έχουν δείξει ότι λίγο μετά τη γέννηση, τα βρέφη προτιμούν περισσότερο τα ανθρώπινα ερεθίσματα όπως το πρόσωπο σε σύγκριση με τα μοτίβα που δεν μοιάζουν με πρόσωπο και τους ήχους που προέρχονται από κάποιο πρόσωπο. Επιπλέον, πολύ νεαρά βρέφη μιμούνται χειρονομίες και συναισθηματικές εκφράσεις, τα οποία έχουν εξηγηθεί από τη θεμελιώδη ανάγκη για διαπροσωπική επικοινωνία. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν μια πρώιμη ευαισθησία στα κοινωνικά ερεθίσματα και την ετοιμότητα για διαπροσωπική επαφή.

Το πείραμα «του ανέκφραστου προσώπου» που εφαρμόστηκε από τον αναπτυξιακό ψυχολόγο Edward Tronick και τους συνεργάτες του την δεκαετία του 1970 είναι μια μελέτη που αποδεικνύει την ανάγκη μας για σύνδεση από πολύ νωρίς στη ζωή και παραμένει ένα από τα πιο επαναλαμβανόμενα ευρήματα στην αναπτυξιακή ψυχολογία.  Δίνει μια εικόνα για το πώς οι αντιδράσεις ενός γονέα μπορούν να επηρεάσουν τη συναισθηματική ανάπτυξη ενός βρέφους. Νωρίς στη ζωή μας μάθαμε για τις αντιδράσεις άλλων ανθρώπων και πώς η συμπεριφορά μας μπορεί να επηρεάσει τους άλλους. Αυτό το πείραμα μας δίνει πληροφορίες για το πώς είναι όταν δεν πραγματοποιείται σύνδεση.

Στο εν λόγω πείραμα λοιπόν, ζητήθηκε από τις μητέρες να καθίσουν αντικριστά με τα βρέφη τους ηλικίας 6 μηνών και να αλλάξουν σκόπιμα τον τρόπο αλληλεπίδρασής τους προς αυτά. Η  κάθε μητέρα ξεκινά παίζοντας με το μωρό της, χαμογελώντας και μιλώντας του. Στη συνέχεια απομακρύνεται για λίγο και επιστρέφει έχοντας ανέκφραστο το πρόσωπό της χωρίς να ανταποκρίνεται στο βρέφος της για 2 λεπτά. Στο τελευταίο μέρος του πειράματος η μητέρα επιστρέφει στο φυσιολογικό και αλληλεπιδρά με το μωρό της παίζοντας και μιλώντας.

Το ενδιαφέρον μέρος αυτού του πειράματος δεν είναι οι ενέργειες της μητέρας αλλά η αντίδραση του βρέφους. Στην αρχή τα βρέφη είναι χαρούμενα που έρχονται σε επαφή με τη μητέρα τους. Κάνουν κινήσεις και ήχους για να επικοινωνήσουν και να ανταποκριθούν στις αλληλεπιδράσεις μαζί της. Μόλις αρχίσει το μέρος του πειράματος με το ανέκφραστο πρόσωπο της μητέρας, φαίνονται μπερδεμένα και προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν όλες τις ικανότητές τους για να προκαλέσουν μία αντίδραση της. Καθώς οι προσπάθειές τους να συνδεθούν συνεχίζουν να αγνοούνται από την μητέρα τους, τα βρέφη αρχίζουν να δείχνουν αγωνία και απογοήτευση, κλαίνε και προς το τέλος του πειράματος αποσύρονται και απελπισμένα δεν προσπαθούν πλέον να τραβήξουν την προσοχή της. Μετά το τέλος του πειράματος, όταν οι μητέρες επιστρέφουν στη φυσιολογική αλληλεπίδραση με τα βρέφη, είναι εμφανής η χαρά της επανένωσης και η ανακούφιση και με την παρουσία τους, είναι ικανά να ρυθμίσουν γρήγορα το συναίσθημά τους.

Το ανέκφραστο πρόσωπο είναι ένα παράδειγμα των συνηθισμένων καθημερινών γεγονότων που βιώνουν όλοι οι γονείς, όπως οι δουλειές του σπιτιού ή η ασχολία με ένα άλλο μέλος της οικογένειας. Όταν ο γονέας δεν ανταποκρίνεται άμεσα μερικές φορές δεν αποτελεί πρόβλημα, ωστόσο εάν συμβεί σε μεγαλύτερες περιόδους μπορεί να έχει επιζήμια επίδραση στην ψυχο-συναισθηματική ανάπτυξη του βρέφους. Αντίστοιχη μελέτη πραγματοποιήθηκε και με μπαμπάδες με τις ίδιες αντιδράσεις από τα βρέφη γεγονός που επιβεβαιώνει πόσο σημαντική είναι η αλληλεπίδραση και των δύο γονιών με τα βρέφη.

Τι μας λέει το πείραμα του ανέκφραστου προσώπου;

Το εν λόγω πείραμα δείχνει πόσο ευάλωτοι είμαστε όλοι στις συναισθηματικές ή μη-συναισθηματικές αντιδράσεις αυτών που βρίσκονται κοντά μας. Δείχνει πώς τα βρέφη από πολύ νωρίς προσπαθούν να επιτύχουν τη σύνδεση και μπορούν να καταλάβουν τα συναισθήματα. Ακόμη και πολύ μικρά βρέφη έχουν δείξει ότι μπορούν να ανταποκριθούν στα συναισθήματα των ενηλίκων που τα φροντίζουν. Όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται παθητικά στις αλληλεπιδράσεις ενηλίκων αλλά συμμετέχουν ενεργά και διαμορφώνουν την κοινωνική αλληλεπίδραση με τους ενήλικες στη ζωή τους.

Τι γίνεται αν το «ανέκφραστο πρόσωπο» εμφανίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα;

 Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένας γονέας μπορεί να δυσκολευτεί να είναι συναισθηματικά παρών με το παιδί του. Ένας τραυματισμός στο κεφάλι ή  κάποια ασθένεια μπορεί να καταστήσει δύσκολη την εμφάνιση κατάλληλων συναισθηματικών αντιδράσεων. Για τους γονείς που διαβιούν σε καταστάσεις ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να είναι δύσκολο να δείξουν συναισθήματα. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ μπορεί επίσης να επηρεάσει τη συναισθηματική διαθεσιμότητα και να αμβλύνει τη συναισθηματική έκφραση. Οι γονείς που αντιμετωπίζουν σοβαρή κατάθλιψη ή άλλες ψυχικές ασθένειες μπορεί επίσης να δυσκολευτούν να επικοινωνήσουν με το παιδί τους. Τα τηλέφωνα έχουν γίνει επίσης σημαντικό μέρος της ζωής μας και δεν είναι ασυνήθιστο να βλέπουμε τους γονείς να αποσυνδέονται από τα παιδιά τους με τη χρήση τους. Τέλος, ένας γονέας που μεγάλωσε ως παιδί με έναν συναισθηματικά απόμακρο γονέα είναι αρκετά πιθανό να επαναλάβει αυτήν τη συμπεριφορά στο δικό του παιδί.

Πώς είναι η ζωή για τα βρέφη που βιώνουν το «ανέκφραστο πρόσωπο» από τον γονέα για μεγάλα χρονικά διαστήματα;

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που έχουν γονείς που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, έχουν μεγαλύτερο πρόβλημα να εμπιστεύονται τους άλλους, να σχετίζονται με άλλους και να ρυθμίζουν τα συναισθήματά τους.

Ουδείς τέλειος..

 Κανένας γονέας δεν είναι τέλειος και θα υπάρξουν καταστάσεις που θα τραβήξουν την προσοχή μας μακριά από τα παιδιά μας. Μερικές φορές μπορεί να ανταποκρινόμαστε λιγότερο από ό, τι θα θέλαμε, αλλά είναι φυσιολογικό. Τα βρέφη και τα παιδιά μπορούν να ανακάμψουν γρήγορα συναισθηματικά όταν προσπαθούμε να επιδιορθώσουμε τη σχέση. Το πώς ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες των παιδιών μας όταν κάνουμε λάθος είναι το πιο σημαντικό από όλα γιατί έτσι μαθαίνει το δούναι και λαβείν στις σχέσεις αλλά και το πώς πρέπει να προσπαθεί και το ίδιο στις σχέσεις όταν χρειαστεί.

 

Βιβλιογραφία:

  1. Jean, A. D. L., & Stack, D. M. (2009). Functions of maternal touch and infants’ affect during face-to-face interactions: New directions for the still-face. Infant Behavior and Development, 32(1), 123–128.
  2. Adamson, L. B., & Frick, J. E. (2003). The Still Face: A History of a Shared Experimental Paradigm. Infancy, 4(4), 451–473.
  3. Bertin, E., & Striano, T. (2006). The still-face response in newborn, 1.5-, and 3-month-old infants. Infant Behavior and Development, 29(2), 294–297.