mom with little daughter laughing

Η οικογένεια που ανέκαθεν θεωρείτο βασικό σύστημα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης έχει υποστεί σημαντικές και ταχείες αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες. Η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια παραμένει ο συχνότερος τύπος, ωστόσο έχει μειωθεί ως ποσοστό στους τύπους οικογενειών και ο αριθμός των μονογονεϊκών οικογενειών έχει αυξηθεί ραγδαία.

Ως μονογονεϊκές οικογένειες θεωρούνται οι οικογένειες με παιδιά κάτω των 18 ετών με επικεφαλής έναν γονέα που είναι χήρος ή διαζευγμένος και δεν έχει ξαναπαντρευτεί ή έναν γονέα που δεν έχει παντρευτεί ποτέ. Αυτός μπορεί να είναι ένας βιολογικός γονέας ή ένας θετός γονέας.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, σχεδόν ένα στα τρία παιδιά στην Ευρώπη δαπανά μέρος της παιδικής του ηλικίας – πριν από την ηλικία των δεκαέξι – με ένα μόνο γονέα. Στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης), τα περισσότερα παιδιά ζουν σε νοικοκυριά με δύο γονείς με τις ΗΠΑ να έχουν ποσοστό λιγότερο από 70% και την Ελλάδα, Τουρκία και Ελβετία να έχουν παραπάνω από 80%.Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα παιδιά ζουν με έναν μόνο γονέα, παρά χωρίς γονείς.

Στις περισσότερες χώρες, η συντριπτική πλειοψηφία (80% και άνω) των μονογονιών είναι γυναίκες. Οι δημογραφικοί δείκτες δείχνουν ότι η τάση αναμένεται να συνεχιστεί, κυρίως ως αποτέλεσμα της συνδυασμένης επίδρασης της αύξησης της επίπτωσης του διαζυγίου και του χωρισμού και της μείωσης του ποσοστού του γάμου. Ομοίως, το ποσοστό των γεννήσεων εκτός γάμου, συχνά σε μητέρες που δεν έχουν ποτέ παντρευτεί, αυξάνεται, αλλά ποικίλλει κάπως μεταξύ των διάφορων ευρωπαϊκών χωρών.

Η υγεία των μελών μονογονεϊκών οικογενειών μπορεί να είναι φτωχή λόγω των διάφορων συνθηκών που επικρατούν σε αυτό το είδος οικογενειακού συστήματος:

  • Η οικονομική κατάσταση των μονογονεϊκών οικογενειών είναι πολύ συχνά επισφαλής.
  • Η συσσώρευση κοινωνικών ρόλων στους μονογονείς δημιουργεί σωματική και ψυχολογική υπερφόρτωση που μπορεί επίσης να έχει επιπτώσεις στα παιδιά.
  • Η κοινωνική και συναισθηματική ζωή των μελών μονογονεϊκών οικογενειών κατακερματίζεται από τον πόνο του χωρισμού, του διαζυγίου ή του θανάτου.

Επιπλέον, το κοινωνικό δίκτυο στήριξης για μονογονεϊκούς γονείς είναι συχνά περιορισμένο μετά τον χωρισμό. Το στρες που προκαλείται από όλους αυτούς τους παράγοντες μπορεί να οδηγήσει σε μια ποικιλία ψυχοσωματικών συμπτωμάτων (κόπωση, αϋπνία, κατάθλιψη, προβλήματα συμπεριφοράς), που συνεπάγονται συχνές επισκέψεις στον γιατρό ή τις κοινωνικές υπηρεσίες και την τακτική χρήση φαρμάκων.

 

Μελέτες έχουν δείξει ότι η ανατροφή ενός παιδιού από μία μητέρα συνδέεται συχνά με μεγαλύτερη νοσηρότητα και συχνότερη χρήση ιατρικών υπηρεσιών σε σύγκριση με τις μητέρες που ζουν στο πλαίσιο ενός ζευγαριού. Επιπλέον, η κακή υγεία της μητέρας έχει επιρροή στην υγεία του παιδιού. Ωστόσο, ενώ οι γυναίκες μπορεί να αντιμετωπίζουν περισσότερα οικονομικά ζητήματα, ταυτόχρονα, καλλιεργούν την αγάπη περισσότερο και την αποδεικνύουν μέσω της αγκαλιάς αλλά και λεκτικά. Επίσης, σε σύγκριση με τους άνδρες, οι γυναίκες έχουν ένα εκτεταμένο σύστημα υποστήριξης και είναι πιο κοντά στους φίλους και την οικογένειά τους. Από την άλλη, οι μονήρεις μητέρες δυσκολεύονται επειδή πολλές φορές κερδίζουν λιγότερα χρήματα από τους άνδρες και πρέπει να εργάζονται περισσότερες ώρες με αποτέλεσμα να μην έχουν ικανοποιητικό χρόνο με τα παιδιά τους.

 

Τα σπίτια με τον πατέρα ως μονογονέα αντιμετωπίζουν επίσης μοναδικές προκλήσεις. Οι άνδρες μπορεί να έχουν καλύτερες θέσεις στην αγορά εργασίας με υψηλότερους μισθούς και συνήθως έχουν λιγότερα οικονομικά ζητήματα, αλλά μελέτες δείχνουν ότι δεν επικοινωνούν με τα παιδιά τους όπως οι μητέρες. Αυτός ίσως -όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές- είναι ο λόγος για τον οποίο τα παιδιά από αυτά τα μονογονεϊκά σπίτια έχουν περισσότερες πιθανότητες να κάνουν χρήση κάνναβης και άλλων εθιστικών ουσιών, χρήση αλκοόλ και να έχουν σεξουαλικές επαφές σε μικρή ηλικία. Η αντίληψη ότι οι πατεράδες είναι αυστηρότεροι από τις μητέρες δεν ισχύει, δεδομένου ότι οι στατιστικές δείχνουν ότι είναι λιγότερο πειθαρχικοί από τις ανύπαντρες μητέρες. Ωστόσο, μπορούν να έχουν μεγάλη επιρροή στο παιδί τους και οι γιοι συχνά μαθαίνουν να είναι καλοί πατεράδες βλέποντας τον πατέρα τους.

ΠΗΓΕΣ:

  1. Council of Europe
  2. OECD Family Database