baby devouring food

Η Διατροφή στη βρεφική ηλικία αποσκοπεί στην κάλυψη των θερμιδικών αναγκών ούτως ώστε ο νέος οργανισμός να αναπτύσσεται σωστά. Επιπλέον, συντελεί στη σωστή ψυχοκινητική ανάπτυξη του παιδιού και γενικά στην ισορροπημένη αύξηση στο μέλλον.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Π.Ο.Υ. (Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας), το γάλα και ιδιαίτερα ο μητρικός θηλασμός αποτελεί την ιδανική τροφή για τους πρώτους έξι μήνες. Συμπληρωματικές τροφές μπορούν να εισαχθούν όχι νωρίτερα των τεσσάρων μηνών, ανάλογα με την περίπτωση, και πάντα υπό ιατρική καθοδήγηση. Ένα νεογνό που φεύγει από το μαιευτήριο μπορεί να θηλάζει κάθε δύο με τέσσερις ώρες και η διάρκεια του κάθε γεύματος είναι περίπου μισή ώρα. Στην πορεία, καθώς η νευρολογική ωρίμανση επέρχεται, ο ίκτερος υποχωρεί και ο ωφέλιμος χρόνος του θηλασμού είναι μικρότερος, όπως μειώνεται και η διάρκεια του γεύματος. Φυσικά, κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή. Όμως δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς ότι υπάρχει όριο ποσότητας που ένα μικρό βρέφος μπορεί να ανεχτεί ανά γεύμα και αυτό εξαρτάται από το βάρος και την ηλικία του. Για παράδειγμα, το μέγεθος του στομάχου τον πρώτο μήνα δεν ξεπερνά το μέγεθος του αυγού όρνιθας. Έτσι, αυτή η «συμβουλή» προς τη νέα μητέρα ότι το μωρό πρέπει να μπαίνει στο στήθος όποτε θέλει και για όσο θέλει, συχνά παρερμηνεύεται με αποτέλεσμα τραυματισμένες θηλές, έντονη ανησυχία ή αναγωγές και τελικά αποβαίνει εις βάρος του θηλασμού.

«Μέτρον άριστον», όπως έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι, υπογραμμίζοντας την αξία της μετρημένης αντιμετώπισης στα πάντα. Συμπερασματικά, ένα μωρό μπορεί να τρώει όσο πίνει αποκλειστικά γάλα ανά δυο έως τέσσερις ώρες. Σε περιόδους έξαρσης πείνας ή δίψας (όπως το καλοκαίρι), αυτό μπορεί να γίνεται συχνότερα. Κατά την διάρκεια της νύχτας και εφόσον δεν υπάρχει ιατρικός λόγος (ίκτερος, προωρότητα ή μεταβολική δυσλειτουργία), δεν πρέπει να ξυπνάμε το βρέφος για τάισμα. Άλλωστε, το νέο μέλος της οικογένειας πρέπει να εντάσσεται σταδιακά στην καθ’ ημέραν πράξη της οικογενειακής ρουτίνας. Το παιδί από την βρεφική ηλικία τείνει να καθορίζει μόνο του την πρόσληψη ενέργειας είτε τρώγοντας συχνά και από λίγο είτε σε αραιά διαστήματα και μεγαλύτερες ποσότητες. Αυτός ο αυτοκαθορισμός είναι εξατομικευμένος εξαρτάται επίσης από περιβαλλοντικούς παράγοντες και δεν επιδέχεται εύκολα παρέμβαση.

Όταν μετά τους τέσσερις μήνες εισάγονται στερεές τροφές, αυτό πρέπει να γίνεται σταδιακά και χωρίς βιασύνη, με στόχο ανά τρεις με τέσσερις ώρες μέσα στην ημέρα να χορηγείται ένα γεύμα. Η καθημερινή ρουτίνα σε σχέση με τα γεύματα επιβάλλεται να αντιμετωπίζεται από τον γονέα με διάθεση παρατήρησης και σεβασμού στις ανάγκες του κάθε βρέφους, διότι συχνά, η όρεξη του βρέφους και η σχέση του με την τροφή μπορεί να διαταραχθούν για διάφορους λόγους, π.χ. εξαιτίας μίας ασθένειας. Σε αυτή φυσικά την ηλικία υπάρχει και έντονος ο παράγοντας εξατομίκευσης. Σε κάθε περίπτωση αμφιβολίας, παρ’ όλα αυτά, η συνεισφορά του ειδικού είναι πάντοτε παραπάνω από χρήσιμη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Stevenson RD, Allaire JH. The development of normal feeding and swallowing. Pediatr Clin North Am 1991; 38:1439.
  2. Woodruff CW. The science of infant nutrition and the art of infant feeding. JAMA 1978; 240:657.
  3. Stang J. Improving the eating patterns of infants and toddlers. J Am Diet Assoc 2006; 106:S7.